obv
1σῴζοι(ς)
2πάναγν(ε)
3Θεό[δ]ωρ(ον)
4ο[ἰ]κέτ(ην)
[Μ(ήτη)ρ] Θ[(εο)ῦ]
rev
1σῴζοι(ς)
2πάναγν(ε)
3Θεό[δ]ωρ(ον)
4ο[ἰ]κέτ(ην)
Μήτηρ Θεοῦ / Σῴζοις, πάναγνε, Θεόδωρον οἰκέτην.
Muttergottes. Allheiliger, mögest du deinen Diener Theodoros retten.